Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

καμία εποχη δεν ειχε περισσότερη ανάγκη απο την αρχαια ελληνικη γραμματεία όσο η εποχη που ζούμε.......

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Πρέπει να 'σαστε περήφανοι, να 'μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη γλώσσα μας.


Mε αφορμή την ολοκλήρωση του εορτασμού των 100 χρόνων από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη το 2011 στην Ελλάδα, το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων παρουσίασε ένα ανέκδοτο κείμενο του ποιητή, από ομιλία του στους Έλληνες μετανάστες στη Στοκχόλμη. Η ομιλία του ποιητή έγινε τον Νοέμβριο του 1979, μετά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του.

Η ομιλία μεταφέρεται αυτούσια με την επισήμανση του Ελύτη «ότι η γλώσσα είναι ένας φορέας ήθους που, αν δεν τον υπακούσεις, θα τιμωρηθείς».
Η ομιλία
«Αγαπητοί φίλοι, περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η "Έβδομάδα Νόμπελ" και ύστερα να 'ρθω σ' επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω ξένιαστος και ξεκούραστος.
Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι. Χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις. Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να την βγάλω ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Για τιμές και για δόξες.

Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα), παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.
Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ασήμαντο, δεν φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση αν δεν περάσει από την κρησάρα της γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση. Ακόμα και οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές, παραμένουν σκέτα άρθρα εάν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει σωστά τα λόγια του.

Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να φτάσει στα χείλια των πολλών, να γίνει κτήμα τους. Μόνον τότε μπορεί να 'ρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να γίνουν οι στίχοι τραγούδι. Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας. Το τραγούδι που λέει τους καϋμούς και τους πόθους του καθενός μας. Τόσο είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν.
Ταπεινά εργάστηκα σ΄όλη μου τη ζωή. Και η μόνη ανταμοιβή που γνώρισα πριν από τη σημερινή, ήταν ν' ακούσω τους συμπατριώτες μου να με τραγουδούν. Να τραγουδούν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που μου χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιά και αδιάπτωτη προσπάθεια, για να το τελειώσω. Δεν το λέω για να περηφανευτώ. Δεν έρχομαι σήμερα για να σας κάνω τον σπουδαίο. Κανείς δεν είναι σπουδαίος από εμάς. Από εμάς, άλλος κάνει τη δουλειά του σωστά κι άλλος δεν την κάνει. Αυτό είναι όλο. Όμως θέλω να μάθετε, όπως το έμαθα κι εγώ στα 68 μου χρόνια: μόνον αν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, ο κόπος δεν θα πάει χαμένος.
Ξέρω, μαντεύω, ότι πολλοί από εσάς περίμεναν άλλα πράγματα από εμένα. Τους ζητώ συγγνώμην που δεν θα τους ικανοποιήσω. Αν είχα το ταλέντο του ομιλητή, του δάσκαλου, του ηγέτη, θα είχα ίσως αφιερωθεί στην πολιτική. Τώρα δεν είμαι παρά ένας γραφιάς που πιστεύει σε ορισμένα πράγματα. Κι αυτά τα πράγματα θέλει να τα γνωρίσει και στους άλλους, να τα βγάλει από μέσα του, να τα κάνει έργο.
Εμένα μου έλαχε ν' αγαπήσω τον τόπο μου όπως τον αγαπάτε κι εσείς. Να τι είναι που μας ενώνει απόψε όλους εδώ πέρα. Η αγάπη μας για την Ελλάδα. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι ν' αγαπά ένας λαός τη χώρα του. Αλλά για τον ποιητή, πιστεύω, υπάρχει μόνον ένας: ν' ανήκει σ' ολόκληρο το λαό του. Πάνω από τις διαιρέσεις και τις διχόνοιες, ο ποιητής να στέκει και ν' αγαπά όλον τον λαό του, ν' ανήκει, το ξαναλέω, σ' όλο τον λαό του. Δεν γίνεται αλλιώς. Η πατρίδα είναι μία. Ο καθένας στον τομέα του ας έρθει και ας κάνει κάτι, όπως αυτός το νομίζει καλύτερα.
Όμως ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει το σύνολο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως κι ο ξενητεμένος, το ίδιο. Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλλες, είναι τ' άσπρα σπιτάκια τ' ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι.

Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.
Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Κι είχε δίκηο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημα του "'Ελεύθεροι Πολιορκημένοι", έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του. Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ. Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού. Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκηo και για τη λευτεριά.

Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη. Όχι δική μου νίκη. Δική σας. Γι' αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη - ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σ' αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια - μην ξεχνάτε την πατρίδα μας, και προ παντός, τη γλώσσα μας. Πρέπει να 'σαστε περήφανοι, να 'μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη γλώσσα μας.
Είμαστε οι μόνοι σ' ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό "ουρανό" και τη θάλασσα "θάλασσα" όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια. Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ' αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ, σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω.
Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ' ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε. Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό από την πατρίδα».

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Σμύρνη: Η καταστροφή μιας κοσμοπολίτισσας


Της Μαίρης Αδαμοπούλου

Σεντούκια, κουτιά και αρχεία με υλικό που δεν είχε αγγίξει ανθρώπου βλέμμα έως σήμερα βγαίνουν στο φως και επιχειρούν να αναδείξουν τη «Νέα Υόρκη των αρχών του 20ού αιώνα», την κοσμοπολίτισσα Σμύρνη, 90 χρόνια μετά την καταστροφή της.
Η Σμύρνη καίγεται. Τα πάντα λεηλατούνται. Η οικογένεια της Ελένης Μπαστέα έχει μαζέψει τα πράγματά της. Δεν τρέχει όμως να γλιτώσει. Αντιθέτως, κλειδώνει την πόρτα. Η αδελφή της γιαγιάς της Ελένης φτιάχνει τσάι για όλους. Κάθονται στην τραπεζαρία και το πίνουν ατάραχοι. Προτού τραβήξουν την πόρτα πίσω τους, η γιαγιά πηγαίνει στην κουζίνα. Πλένει τα φλιτζάνια, τοποθετεί το σερβίτσιο στη θέση του και κλείνει το ντουλάπι. Θέλει να αφήσει το σπίτι της συγυρισμένο. Θα ξαναγυρίσει. Ετσι νομίζει. Και εκείνη την ώρα συλλογίζεται τον τούρκο γείτονα που την είχε προειδοποιήσει: «Πρέπει να φύγετε. Σε λίγο δεν θα μπορούμε να σας προστατεύσουμε». Δεν τον είχε πιστέψει...

Είναι η ιστορία της Ελένης Μπαστέα, πρόσφυγος τρίτης γενιάς, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του New Mexico Ιστορία και Αρχιτεκτονική. Και μία από τις τρεις ιστορίες γύρω από τις οποίες πλέκεται το νέο ντοκιμαντέρ της σκηνοθέτιδος Μαρίας Ηλιού «Σμύρνη - Η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης, 1900-1922», που θα κάνει παγκόσμια πρώτη τη Δευτέρα στο Μουσείο Μπενάκη (κτίριο οδού Πειραιώς) και θα συνοδεύεται από μια σπάνια φωτογραφική έκθεση με πλούσιο ανέκδοτο υλικό (με 95 καρέ) στο κεντρικό κτίριο του μουσείου στην οδό Κουμπάρη, με αφορμή τη συμπλήρωση 90 ετών από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

«Γεννήθηκα στη Σμύρνη πριν από 90 χρόνια. Δεν ήμουν εγώ, ήταν ο πατέρας μου ο Ανδρέας που μεγάλωσε στο Κορδελιό. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου η Σμύρνη με στοίχειωνε. Στους εφιάλτες μου η Σμύρνη καιγόταν και η θάλασσα γέμιζε πτώματα, γινόταν κατακόκκινη, και εγώ προσπαθούσα να σωθώ στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι μου», λέει στα «ΝΕΑ» η Μαρία Ηλιού, ενώ φροντίζει τις τελευταίες λεπτομέρειες του διάρκειας 87 λεπτών ντοκιμαντέρ για το οποίο εργάστηκε εντατικά επί τέσσερα χρόνια μαζί με τον ιστορικό Αλέξανδρο Κιτροέφ και υλοποιήθηκε χάρη στην πολύτιμη συμβολή πολλών χορηγών.

«Οταν έφυγα για σπουδές στο εξωτερικό έμεινα έκπληκτη ανακαλύπτοντας ότι η δική μας Σμύρνη του κοσμοπολιτισμού και της χαράς της ζωής, αλλά και η Σμύρνη της καταστροφής ήταν άγνωστη στο κοινό στην Ευρώπη και στην Αμερική. Η ιδέα να κάνω μια ταινία για τη Σμύρνη άρχισε να γίνεται εμμονή, αλλά περίμενα για χρόνια τη σωστή στιγμή».

Η έρευνα. Η στιγμή ήρθε όταν το 2004 ξεκίνησε την έρευνά της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατάφερε να μπει σε απρόσιτα μέχρι τότε αρχεία - όπως της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου και των Πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Πρίνστον. Γνώρισε ανθρώπους που την έφεραν σε επαφή με συλλέκτες ή απογόνους Σμυρνιών με σπάνιο υλικό. Οι πόρτες εξάλλου άνοιγαν ευκολότερα μετά το 2007, όταν το εμβόλιμο ντοκιμαντέρ με το οποίο ασχολήθηκε, «Το ταξίδι, το ελληνικό όνειρο στην Αμερική», διακρίθηκε με το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ του Χιούστον και κατατάχθηκε στις καλύτερες ευρωπαϊκές ταινίες για το 2008 από το Ινστιτούτο του Αμερικανικού Κινηματογράφου.

«Στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου γνώρισα κάποιον που με συνέστησε στον Ρόμπερτ Νταβίντιαν. Ο παππούς του - Αρμένης που ζούσε στη Σμύρνη - είχε στο σεντούκι του κλεισμένο ένα φιλμάκι μισής ώρας με σκηνές τόσο από την καθημερινή ζωή όσο και από την καταστροφή, αλλά δεν το έλεγε σε κανέναν διότι φοβόταν μήπως... τον σφάξουν οι Τούρκοι!

Λίγο προτού πεθάνει εκμυστηρεύτηκε στον εγγονό του πού βρισκόταν το υλικό. Ο Ρόμπερτ ταξίδεψε από το Λος Αντζελες στην Ουάσιγκτον για να μας φέρει το φιλμ, να το συντηρήσουμε και να το αξιοποιήσουμε», εξηγεί η Μαρία Ηλιού, η οποία μέσα από το ντοκιμαντέρ της (σε συνεργασία με την εταιρεία Πρωτέας και το Ιδρυμα Φουλμπράιτ) αναδεικνύει τόσο την πολυπολιτισμική Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα όσο και τη Σμύρνη της καταστροφής.

Η Νέα Υόρκη της εποχής. «Η Σμύρνη ήταν η Νέα Υόρκη της εποχής. Μια πόλη όπου ζούσαν μαζί με ισχυρούς δεσμούς Ελληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Λεβαντίνοι, φτωχοί και πλούσιοι. Μια πόλη που λειτουργούσε σαν μαγνήτης, που έδινε ευκαιρίες να ζήσεις το όνειρό σου», λέει η σκηνοθέτις.

Γι' αυτό και οι επισκέπτες της έκθεσης θα δουν στους τοίχους του Μουσείου Μπενάκη φωτογραφίες που δείχνουν την προκυμαία της πόλης, τα μαγαζιά, τους χορούς και τα γλέντια, παραστάσεις όπερας και βαρκάδες, ενώ μερικά χιλιόμετρα έξω από την «αλώβητη» πόλη, όπως τη θεωρούσαν οι κάτοικοί της, οι Τσέτες έσφαζαν και λεηλατούσαν, μαζί βεβαίως με εικόνες από τις τραγικές ημέρες του Σεπτεμβρίου του 1922.

Για να αναδειχθούν όλα αυτά, εκτός από τις επιστημονικές θέσεις που εκφράζουν διακεκριμένοι ερευνητές, όπως ο Τζάιλς Μίλτον, συγγραφέας του βιβλίου «Χαμένος Παράδεισος», ο καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με ειδίκευση στην Πολιτική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας Θάνος Βερέμης και η εταίρος στο Kings College και με καταγωγή από τη Σμύρνη Βικτωρία Σολομωνίδου, ακούμε τις προσωπικές ιστορίες ανθρώπων όπως εκείνες της τουρκάλας ανθρωπολόγου και ιστορικού στο Πανεπιστήμιο Σαμπάντσι Λεϊλά Νεϊζί, του γεννημένου στη Σμύρνη Αρμένιου Τζακ Ναλμπαντιάν και της Ελληνίδας Ελένης Μπαστέα.

«Μέσα από την ταινία επιχειρούμε να δούμε τα πράγματα όχι με την παλιά ματιά των σχολικών εγχειριδίων και να δείξουμε ότι δεν ήταν όλα άσπρα και μαύρα. Δίπλα στις τραγικές ιστορίες σφαγής και καταστροφής υπήρχαν ιστορίες μεγάλης φιλίας. Το κύλισμα του χρόνου πιστεύω ότι μας κάνει πιο νηφάλιους και οι νέες γενιές θέλουν πλέον πιο ήρεμα να μάθουν την αλήθεια για το τι συνέβη», επισημαίνει η Μαρία Ηλιού.

Αναζητώντας την αλήθεια. Απόδειξη αποτελεί η ιστορία της Ιρέμ Γκουλφέμ, την οποία μετέφερε στην ταινία η ανθρωπολόγος Λεϊλά Νεϊζί. Η Ιρέμ Γκουλφέμ καταγόταν από οικογένεια μεγαλογαιοκτημόνων της Σμύρνης. Οταν ο ελληνικός Στρατός μπήκε στην πόλη το 1919, ο πατέρας της βρισκόταν σε μια λέσχη και η οικογένειά του φοβόταν ότι δεν θα επιστρέψει. Προς έκπληξή τους όμως τον είδαν να φτάνει στο σπίτι σώος, συνοδευόμενος από έλληνες φίλους του, οι οποίοι του είχαν βγάλει το φέσι και το είχαν αντικαταστήσει με καπέλο, ενώ βασικό ρόλο στη διάσωσή του έπαιξε και το ότι μιλούσε ελληνικά.

Οταν όμως η Λεϊλά ρώτησε την Ιρέμ ποιος έβαλε τη φωτιά το 1922, εκείνη απάντησε ό,τι την είχαν μάθει: οι Ελληνες. «Είστε σίγουρη;» έσπειρε την αμφιβολία η ερευνήτρια. Και η Ιρέμ άρχισε να τηλεφωνεί σε φίλους της. Κάποιος θυμήθηκε ότι κοντά στην αρμενική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου υπήρχε μια αποθήκη. Δεν μπορούσε να θυμηθεί όμως αν είχε μέσα καύσιμα ή πυρομαχικά. Από αυτή την αποθήκη άρχισε η πυρπόληση της πόλης. Ποιος έβαλε τη φωτιά; Κανένας από τους φίλους της Ιρέμ δεν είχε την απάντηση. Επικρατούσε η συνωμοσία της σιωπής. Και το ερώτημα στα χείλη της τουρκικής μαρτυρίας μένει αναπάντητο, με την αμφιβολία να σκιάζει το βλέμμα: «Αφήσαμε την πόλη να καεί;».

Για να επιτύχει πιο αντικειμενικό αποτέλεσμα η Μαρία Ηλιού θέλησε να επιστρατεύσει μαρτυρίες ανθρώπων που δεν ήταν φορτισμένοι συναισθηματικά λόγω καταγωγής. Μία από αυτές ήταν της Μίνι Μιλς, καθηγήτριας στο αμερικανικό Κολέγιο Θηλέων της Σμύρνης.
Εκανε μάθημα όταν άκουσε φασαρία. Ανοιξε το παράθυρο και είδε τούρκους στρατιώτες να βρέχουν με βενζίνη κτίρια και να τους βάζουν φωτιά. «Τρομοκρατήθηκα», παραδέχτηκε η καθηγήτρια που έσωσε τις μαθήτριές της και έφθασε στην Ελλάδα.
Ο υπέργηρος σήμερα Αρμένης Τζακ Ναλμπαντιάν κατάφερε να γλιτώσει. Πέρασε με την οικογένεια του στην Τύνιδα και από εκεί βρέθηκε στο Νιου Τζέρσεϊ. Ηταν παιδί όταν ο τουρκικός στρατός μπήκε στη Σμύρνη. «Ακουσα κραυγές. Και από το ίδιο παράθυρο που χάζευα τον κόσμο να περνάει είδα έναν έφιππο να σκοτώνει μια γυναίκα και σε λίγο έναν άλλο Τούρκο να εξαφανίζει το πτώμα. Είναι μια εικόνα που δεν μπορεί να σβήσει από τη μνήμη μου ύστερα από τόσα χρόνια», λέει στο ντοκιμαντέρ. Ωστόσο καταλήγει ότι «η πολυπολιτισμικότητα είναι ωραία και είναι αυτό που μου έδωσε η Σμύρνη».

Πηγη:τα νεα 21-1-12

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

το τέλος(;) της τουρκοκρατίας

Η γλώσσα ενός λαού είναι καθρέφτης της κουλτούρας, της ιστορίας ,του πολιτισμού και πάνω της αντανακλάται ο τρόπος σκέψης και αντίληψης των πραγμάτων εφόσον γλώσσα και σκέψη είναι αλληλένδετα. Ας αναρωτηθούμε ,λοιπόν, πώς αφομοιώθηκαν από την καθημερινότητα των ελλήνων οι τουρκικές  λέξεις   : Μπαξίσι ( σημαίνει  φιλοδώρημα),ραχάτι (η ξάπλα) ,πεσκέσι ( το δώρο ,τρόφιμα κυρίως),ρουσφέτι  (η δωροδοκία για εκδούλευση) ,τσάμπα ( δωρεάν) διαμορφώνοντας μια συγκεκριμένη  νοοτροπία και στάση ζωής. Θυμάμαι το Νίκο Δήμου σε μια επιφυλλίδα του «το τέλος της τουρκοκρατίας» :
« Η σύνδεση μας με την ΕΟΚ θα μπορούσε να σημάνει το τέλος της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα.Δεν εννοώ φυσικά τη στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία των Τούρκων. Αυτή τέλειωσε το 1828. Εννοώ την ψυχολογική επίδραση της παρουσίας και της γειτονίας τους. Μπορεί να διώξαμε τους Τούρκους από τη χώρα μας, αλλά κάναμε πολλά χρόνια να τους διώξουμε από μέσα μας Μια ατμόσφαιρα μοιρολατρίας και αλλοτρίωσης είχε μείνει σ' αυτή τη χώρα. Μια περίεργη σχέση με το κράτος, με το μέλλον, με τον εαυτό μας. Κακομοιριά και ευθυνοφοβία. Ραγιαδισμός και ωχαδερφισμός. Μικροπρόθεσμη σκέψη και μικρόψυχο αίσθημα. Μοναδικά μέσα επιβίωσης: το σκύψιμο του Χατζηαβάτη, ή η πονηριά του Καραγκιόζη.
Αυτός ήταν ο Τούρκος μέσα μας»
Ας αναρωτηθούμε ,επομένως ,αν τελικά βγάλαμε τον τούρκο από μέσα μας κι αν η ένταξη  στην ενωμένη Ευρώπη ήταν η κολυμπήθρα του Σιλωάμ που μας αναβάπτισε και μας έδωσε το πρόσωπο που μας αξίζει….


Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

η απαντηση γιατι η γραβιερα ολυμπου εχει 20,5 ευρω και τησ Δανιας 5,85

Το μεταφορικό κόστος μαζί και το κόστoς αποθήκευσης αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο της τελικής αξίας!
Η απελευθέρωση θα ρίξει τις τιμές βασικών αγαθών
ΡΕΠΟΡΤΑΖ Κώστας Ντελέζος
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Πέμπτη 05 Ιανουαρίου 2012
Τουλάχιστον κατά 25%-30% θα μπορεί να μειωθεί σταδιακά το κόστος μεταφοράς ορισμένων βασικών αγαθών από τη στιγμή που θα ανοίξει πλήρως το επάγγελμα των μεταφορέων Δημοσίας Χρήσεως, εκτιμούν οικονομολόγοι και εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου. Υπέρ της άμεσης απελευθέρωσης των μεταφορών, όπου σήμερα δραστηριοποιούνται περίπου 35.000 επαγγελματίες, έχει ταχθεί εδώ και καιρό σύσσωμος ο κλάδος του οργανωμένου λιανεμπορίου.
Μόνο από την απελευθέρωση των οδικών μεταφορών, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, θα μπορούσε να ενισχυθεί η ανάπτυξη κατά 1% κάθε χρόνο. Λέγεται χαρακτηριστικά ότι το κόστος για να έρθει ένα κοντέινερ από τη Μαλαισία στον Πειραιά ανέρχεται σε 750 ευρώ, όσο δηλαδή και το κόστος μεταφοράς μιας οικοσκευής από την Αθήνα στη Ζάκυνθο! Αν το κοντέινερ πήγαινε από τον Πειραιά στον Βόλο η μεταφορά θα κόστιζε 525 ευρώ!
Το μεταφορικό κόστος στο εσωτερικό της χώρας είναι τόσο υψηλό ώστε επιβαρύνει υπέρμετρα την τελική τιμή ορισμένων προϊόντων που παράγονται στην Ελλάδα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η τελική τιμή για ένα σακί πατάτες επιβαρύνεται 25% εξαιτίας της προσαύξησης στο κόστος μεταφοράς!
Στον τομέα των καυσίμων, η απελευθέρωση των μεταφορών εκτιμάται ότι θα μείωνε τα κόμιστρα έως και 30%. Σήμερα, το κόμιστρο για τη μεταφορά καυσίμων καθορίζεται με αγορανομική διάταξη, ενώ υπάρχει και η «σημαία» που επιβάλλουν οι περίπου 1.200 ιδιοκτήτες βυτιοφόρου Δ.Χ., η οποία μπορεί να φτάσει έως και τα 96 ευρώ ανά βυτίο. Από τη στιγμή που θα απελευθερωθούν πλήρως οι μεταφορές, η τιμή της βενζίνης στα πρατήρια του Λεκανοπεδίου θα μπορούσε να μειωθεί έως και 3 λεπτά του ευρώ ανά λίτρο, ενώ για τους χρήστες της περιφέρειας η μείωση θα μπορούσε να φτάσει ακόμα και τα 16 λεπτά του ευρώ ανά λίτρο!
Τα μεταφορικά και το κόστoς αποθήκευσης αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο της τελικής τιμής πολλών βασικών αγαθών σε ολόκληρη τη χώρα. Και αυτό καθώς «η Ελλάδα έχει πετύχει το ακατόρθωτο», όπως τονίζει ο Γιάννης Μπήτσιος, στέλεχος εταιρείας συμβούλων μεταφορών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το κόστος μεταφοράς ενός εμπορευματοκιβωτίου από την Αθήνα μέχρι τη Θεσσαλονίκη ανέρχεται σε 550 ευρώ, όταν το κόστος για τη μεταφορά του ίδιου κοντέινερ από τη Σαγκάη μέχρι τον Πειραιά δεν υπερβαίνει τα 1.100 ευρώ, όπου λόγω και της κρίσης τα ναύλα έχουν μειωθεί. Σημειώνεται ότι το κόστος για τη μεταφορά του ίδιου κοντέινερ από τον Πειραιά στην Κολωνία ανέρχεται σε 900 ευρώ! Στα παραδείγματα που χρησιμοποιούν στελέχη του επιχειρηματικού κόσμου για να καταδείξουν το υψηλό μεταφορικό κόστος στην Ελλάδα περιλαμβάνονται και τα οπωροκηπευτικά.
Η μεταφορά τους από την Πελοπόννησο στην Αθήνα σε κάποιες περιπτώσεις είναι τόσο ακριβή ώστε συμφέρει περισσότερο η εισαγωγή των ίδιων προϊόντων από την Αίγυπτο ή το Ισραήλ. Και αυτό διότι το όχημα που τα μεταφέρει στην Αθήνα αναγκάζεται να επιστρέψει στην Πελοπόννησο τις περισσότερες φορές άδειο, καθώς δεν υπάρχει φορτίο για την αντίστροφη διαδρομή.
Ειδικά τα οπωροκηπευτικά επιβαρύνονται και με το διοικητικά καθοριζόμενο κόστος φορτοεκφόρτωσης στην κεντρική αγορά, που διπλασιάζει το αρχικό κόστος και καθιστά ακόμη πιο ελκυστική την εισαγωγή τους από το εξωτερικό. Ετσι, αυτός που χάνει στο τέλος είναι ο έλληνας αγρότης.