Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Πούλησαν τα κόκκαλα Ελλήνων και Αρμενίων που σκοτώθηκαν στην Τουρκία. Η μεταφορά 400 τόνων οστών στη Γαλλία για βιομηχανική «χρήση».





Η Μικρασιατική Καταστροφή είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο χιλιάδων ανθρώπων και τον εκτοπισμό 1,5 εκατομμυρίου Ελλήνων. Ένα ακόμα έγκλημα των Τούρκων συνέβη δύο χρόνια αργότερα και για χρόνια παρέμεινε άγνωστο. Πρόκειται για την εμπορευματοποίηση των οστών όσων σφαγιάστηκαν από τους Νεότουρκους του Κεμάλ.
Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, τα οστά των Ελλήνων πουλήθηκαν από τους Τούρκους στους Γάλλους για βιομηχανική «χρήση»!
Συνολικά 400 τόνοι ανθρωπίνων οστών, που αντιστοιχούσαν σε 50.000 ανθρώπους, φορτώθηκαν από τα Μουδανιά στο πλοίο «Ζαν-Μ» με προορισμό τις γαλλικές βιομηχανίες της Μασσαλίας.
Στις 13 Δεκεμβρίου 1924 το πλοίο με τη βρετανική σημαία έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Όταν οι εργάτες του λιμανιού πληροφορήθηκαν το φορτίο που μετέφερε δεν επέτρεψαν τον απόπλου. Στη Θεσσαλονίκη υπήρξαν διαδηλώσεις από τους σοκαρισμένους πρόσφυγες, οι οποίοι ζητούσαν την κατάσχεση του εμπορεύματος.
Τελικά, υπήρξε παρέμβαση του Άγγλου Πρόξενου και η ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε στο πλοίο να αποπλεύσει, προκειμένου να μην έρθει σε κόντρα με τους Άγγλους.
Οι συγκεκριμένες πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας» του Χρ. Αγγελομάτη.
Στην εφημερίδα «Μακεδονία» που κυκλοφόρησε την 14η Δεκεμβρίου 1924 επιβεβαιώνεται η αγκυροβόληση του πλοίου στη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν υπάρχει αναφορά στο φορτίο των οστών.
Στη στήλη «Οικονομική κίνησης» αναφέρεται ότι το πλοίο ξεφόρτωσε στη Θεσσαλονίκη 134 βαρέλια αλιπάστων, 100 σάκους κολοκυνθόσπορους, 54 κιβώτια οικιακά σκεύη και ένα κλειδοκύμβαλον.
Το δημοσίευμα της εφημερίδας «Μακεδονία» στο οποίο γίνεται αναφορά στο πλοίο «Ζαν Μ»
Τον ίδιο μήνα η εφημερίδα «New York Times» δημοσίευσε την είδηση με τίτλο «Μια απίθανη ιστορία από ένα φορτίο με ανθρώπινα οστά».

Όπως έγραφε: «Η Μασσαλία είναι σε αναταραχή από μια ασύλληπτη ιστορία (που οφείλεται) στην άφιξη στο λιμάνι ενός πλοίου που φέρει βρετανική σημαία και ονομάζεται «Ζαν» και μεταφέρει ένα μυστήριο φορτίο 400 τόνων ανθρώπινων οστών για να χρησιμοποιηθούν στις εκεί βιοτεχνίες. Λέγεται ότι τα οστά φορτώθηκαν στα Μουδανιά, στη θάλασσα του Μαρμαρά και είναι τα απομεινάρια θυμάτων από τις σφαγές στη Μικρά Ασία. Εν όψει της φήμης που κυκλοφορεί αναμένεται να διαταχθεί έρευνα».
Η γαλλική εφημερίδα «Midi» δημοσίευσε την είδηση με τον τίτλο «Πένθιμο φορτίο» και έγραφε: «Συζητιέται πολύ στη Μασσαλία η προσεχής άφιξη του πλοίου μεταφοράς εμπορευμάτων «Ζαν», το οποίο μεταφέρει για τις βιομηχανίες της Μασσαλίας 400 τόνους ανθρώπινα λείψανα. Αυτά προέρχονται από τα στρατόπεδα της αρμενικής σφαγής στην Τουρκία και τη Μικρά Ασία κυρίως».
Αριστερά το δημοσίευμα της εφημερίδας «New York Times» και δεξιά το δημοσίευμα της γαλλικής εφημερίδας «Midi»

Ο Ηλίας Βενέζης στο βιβλίο του «Το νούμερο 31328. Το βιβλίο της σκλαβιάς» αναφέρεται στην περισυλλογή οστών από αιχμαλώτους των Τούρκων.
Ο ίδιος σε ηλικία 18 ετών αιχμαλωτίστηκε μαζί με άλλους 3.000 Αϊβαλιώτες για δεκατέσσερις μήνες στα Τάγματα εργασίας.
Ο Βενέζης έγραψε το βιβλίο, αφότου γύρισε από την Ανατολή και περιέγραφε τις κακουχίες που πέρασαν οι αιχμάλωτοι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Στον πρόλογο του βιβλίου έγραφε: «Τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται. Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σε αυτόν τον πόνο.»
Στο κεφάλαιο ΙΗ΄ του βιβλίου αναφέρεται σε έναν αιχμάλωτο, ο οποίος ήταν παρών στη περισυλλογή των οστών:
Διαβάστε το απόσπασμα: 

Το βιβλίο «Tο νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη
«Ένα πρωί μας παίρνουν καμιά εξηνταριά σκλάβους για μικρή αγγαρεία. Είναι λίγο όξω απ’ τη Μαγνησία. Δίπλα στις ράγες του σιδηρόδρομου τελειώνει μια μεγάλη χαράδρα, ανάμεσα στο Σίπυλο. Τη λέν «Κηρτίκ-ντερέ». Μες σ’ αυτήν τη χαράδρα λογάριαζαν πως θα σκοτώθηκαν ίσαμε σαράντα χιλιάδες χριστιανοί απ’ τη Σμύρνη και τη Μαγνησία, αρσενικοί και θηλυκοί.
Τις πρώτες μέρες της καταστροφής. Τα κορμιά λιώσανε το χειμώνα, και το νερό της χαράδρας που κατέβαινε από ψηλά έσπρωξε τα κουφάρια προς τα κάτω… Λοιπόν η δουλειά όλη τη μέρα ήταν να σπρώξουμε τα κουφάρια, που ατάχτησαν, προς τη μέσα. Να μη φαίνονται.
Στην αρχή μας έκανε κακό να τα πιάνουμε με τα χέρια μας, αγκαλιές αγκαλιές, και να τα κουβαλούμε. Μα σε λίγες ώρες οι πρώτες εντυπώσεις είχαν περάσει. Οι σκλάβοι κάναν και αστεία… Σε κάμποσα καλάμια χεριών, βρίσκαμε διατηρημένο ένα ψιλό σύρμα. Ο χριστιανός θα ‘ταν δεμένος με κάποιον άλλο – μα, με το κατρακύλισμα στη χαράδρα, αυτός ο σύντροφος σκελετός είχε ξεκόψει. Ένας από μας στάθηκε τυχερός. Βρήκε τέσσερα κόκαλα χεριών δεμένα μαζί μαζί. Έτσι μαζί μαζί τα σήκωσε και τα κουβάλησε παραμέσα.
Μεσημέρι. Βαρεμένοι απ’ αυτό το πάνε-έλα. Περπατούμε αργά, ναρκωμένοι από τον φρέσκο ήλιο. Κ’ οι κουβέντες, τ’ άγαρμπα αστεία έχουν σταματήσει. Κανένας δε βγάζει μιλιά. Μοναχά όταν ένας βρήκε ένα μικρό κρανίο το έδειξε στους αλλουνούς.
– Για δέστε, είπε. Ήταν παιδάκι.
– Αλλάχ!… Αλλάχ!… μουρμουρίζει ταραγμένος ο μαφαζάς.
Καθίσαμε να φάμε ψωμί. Κανείς δεν έχει όρεξη. Ένας λέει:
– Πόσων χρονών να ‘ταν;
– Για το παιδάκι λες;
– Ναι.
– Τι θα ‘ταν; Κάνα-δυο χρονών….
Σαν πέσαμε στο δρόμο να γυρίσουμε στο στρατόπεδο ο νους μας δεν μπορούσε να φύγει απ’ τον τόπο που αφήσαμε. Η χαράδρα με τους σκελετούς βάραινε κυριαρχικά -κάτι κουνιόταν, μας παρακολουθούσε βήμα με βήμα.
Σε μια πηγή σταθήκαμε. Πλύναμε τα χέρια μας, τα πρόσωπά μας. Σαν’ αλαφρώσαμε.
– Τι θα γίνουν τόσα κόκαλα; Αναρωτιέται μια στιγμή ένας.
Ο Μίλτος τον κοιτάζει ήρεμα.
– Δεν ξέρεις τι γίνεται με τα κόκαλα;
– Οχι.
– Κοπριά, σύντροφε.
– Τι έκανε, λέει;
– Κοπριά, σύντροφε. Θα δεις μια μέρα που θα μοσκοπουληθούν. Θα δης…
Ήταν ταξιδεμένος ο Μίλτος. Ήξερε».
Το εμπόριο των οστών από τους Τούρκους έγινε γνωστό από τον Βλάση Αγτζίδη, διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, ο οποίος εντόπισε τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες «Νew York Times» και «Midi», και δημοσίευσε σχετικό άρθρο στο μπλογκ του kars1918 και στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.
Στην Ελλάδα η είδηση αποσιωπήθηκε, καθώς δεν υπήρξαν δημοσιεύματα στις εφημερίδες. Σύμφωνα με μαρτυρίες υπήρξαν και άλλα πλοία που μετέφεραν τα οστά Ελλήνων και Αρμενίων. Πρόκειται για μια ακόμα σκοτεινή διάσταση της Μικρασιατικής Καταστροφής, μια μεγάλη ασέβεια προς του Αρμένιους  και Έλληνες νεκρούς.

Η αρχική φωτογραφία απεικονίζει τα κρανία των δολοφονημένων και δημοσιεύθηκε το 1921 στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Φαλτάιτς

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

το χρονικο του πονου



1922-2017: 95 χρόνια αλησμόνητες Πατρίδες
Γράφει ο Δρ. Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Φιλόλογος-Διδάκτωρ της Εκπαίδευσης
Το χρονικό
            Το απόγευμα της 26ης Αυγούστου 1922 (8 Σεπτεμβρίου ν.η.) οι Τούρκοι μπαίνουν στον Μπουρνόβα, ένα μαγευτικό προάστιο της Σμύρνης, για να αρχίσουν το απάνθρωπο έργο τους. Ορμούν, σφάζουν, βιάζουν και λεηλατούν χωρίς οίκτο. Ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης (αινιγματική φυσιογνωμία, προδότης των Ελλήνων της Σμύρνης) την ίδια μέρα εγκαταλείπει τη Σμύρνη. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Στεργιάδης με τον κυνισμό που τον χαρακτήριζε είχε πει στον Γ. Παπανδρέου, που τον είχε επισκεφθεί λίγο πριν από την καταστροφή: «Βλέπω την κατάρρευσιν». «Και γιατί δεν ειδοποιείς τον κόσμο να φύγει;» «Καλύτερα να μείνουν εδώ για να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα».
            Το ίδιο απόγευμα της 26ης Αυγούστου οι Αρχές εγκαταλείπουν τη Σμύρνη και ο στόλος μας αποπλέει από την Προκυμαία της Σμύρνης. Ο Εθνικός μας Ύμνος ανεκρούετο για τελευταία φορά από το γαλλικό θωρηκτό «Ερνέστος Ρενάν», τιμή προς τον παλιό σύμμαχο(!). Η σφαγή γενικεύεται. Μάταια ο θρυλικός ήρωας Παναγιώτης Ξηρός με τα παλληκάρια του θα προσπαθήσει να αποτρέψει τη σφαγή στο Μπουρνόβα. Ο ίδιος και οι συναγωνιστές του (νεαροί, αμούστακοι Μπουρνοβαλιώτες στην πλειοψηφία τους) πέφτουν νεκροί από τα πυρά των Τούρκων. Πρωί 27ης Αυγούστου 1922: Είχαν αποχωρήσει όλα τα τμήματα του Στρατού μας και η Σμύρνη, η Νύμφη του Ερμαίου, ήταν ανυπεράσπιστη στα χέρια των Τούρκων. Οι πρώτοι Τούρκοι ιππείς μπήκαν στην Πόλη και ο νέος στρατιωτικός διοικητής της πόλης Νουρεντίν πασάς, ο οποίος έφτασε λίγο αργότερα, με προκήρυξή του απαγόρευε την κυκλοφορία των κατοίκων μετά τις 7 το βράδυ, ενώ δήλωνε ότι η τιμή, η ζωή και η περιουσία των κατοίκων θα τύχαιναν σεβασμού (Βικτώρια Σολομωνίδου).
            Ψεύδος!!! Οι φρικαλεότητες των Τούρκων που ακολούθησαν, ήταν τέτοιες που δεν ταιριάζουν στο ανθρώπινο γένος.
            Στην πόλη της Σμύρνης, οι σφαγές ξεκίνησαν από την αρμένικη συνοικία του Αγίου Στεφάνου. Ο Πρόξενος των Η.Π.Α. στη Σμύρνη και Φιλέλληνας George Horton, έγραψε: «Οι δρόμοι που οδηγούσαν στην αρμένικη συνοικία, φυλάγονταν από Τούρκοι στρατιώτες. Όσο διήρκεσε η σφαγή, δεν επετράπη σε κανέναν η είσοδος. Οι συγκλονιστικότερες στιγμές της τραγωδίας εκτυλίχθηκαν στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου, όπου είχαν καταφύγει περισσότεροι από 4.000 άνθρωποι. Επειδή αρνήθηκαν να παραδοθούν, δέχτηκαν πυρά και χειροβομβίδες, ενώ στη συνέχεια οι Τούρκοι εισέβαλαν στον περίβολο και εντός του ναού, κατασφάζοντας και εκτελώντας[…]». Στις 25/8/22 (7/9/22 ν.η.) η εφημερίδα Daily news γράφει: «Η φωτιά άρχισε από την αρμένικη συνοικία… Τούρκοι στρατιώτες έχυναν πετρέλαιο στα σπίτια και έβαζαν φωτιά. Σαφώς οι τουρκικές αρχές μπορούσαν να παρεμποδίσουν την εξάπλωση της πυρκαγιάς. Οι Τούρκοι στρατιώτες, που δρούσαν εσκεμμένα, ήταν οι κύριοι υπαίτιοι της τρομερής καταστροφής». Η φωτιά έκαιγε όχι μόνο τις περιουσίες τους, αλλά και τα όνειρά τους, τις ελπίδες τους, τη ζωή τους.
            Στην απερίγραπτη σύγχυση που επικρατούσε, προστέθηκε και η φρίκη της πυρκαγιάς που κατέφαγε τα πάντα στο πέρασμά της. Η Γκιαούρ Ιζμίρ, η «άπιστη Σμύρνη», όπως την αποκαλούσαν οι Τούρκοι, είχε παραδοθεί στο έλεος των Τούρκων, στα βάρβαρα και απάνθρωπα ένστικτά τους. Η κεμαλική «Δημοκρατία» γεννιόταν με τη φρίκη και το αίμα χιλιάδων αθώων και ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Ο Edward Hale Bierstadt, το βιβλίο του «Η μεγάλη προδοσία», αναφέρει πως 100.000 άτομα σφαγιάσθησαν, 280.000 είχαν κατακλύσει την προκυμαία ικετεύοντας τη σωτηρία τους (τόσο ασφυκτικά ήταν ο κόσμος στην προκυμαία ώστε όταν κάποιος πέθαινε, δε μπορούσε να πέσει, αλλά συνέχιζε να παραμένει όρθιος στηριζόμενος αναγκαστικά από τους διπλανούς του), και 160.000 εκτοπίστηκαν από τους Τούρκους στο εσωτερικό (Αμελέ Ταμπουρού) για να μη ξαναφανούν ποτέ».
            Οι σύμμαχοι (Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Αμερικάνοι) μπροστά στο χαμό και στον όλεθρο, παρέμεναν απαθείς. Είχαν υπογράψει με τον Κεμάλ, ένα χρόνο νωρίτερα περίπου, σύμφωνα φιλίας και ουδετερότητας. Μάλιστα μέσα στα συμμαχικά πλοία, που ήταν προσορμισμένα στην προκυμαία της Σμύρνης, παιάνιζαν εμβατήρια και τραγούδια, για να μην ακούγονται οι κραυγές των αθώων από τις σφαγές και τις πρωτόγονες ωμότητες που συνέβαιναν στη Σμύρνη. Ο Αμερικανός πρόξενος George Horton γράφει: «Η εικόνα των πολεμικών πλοίων το λιμάνι της Σμύρνης το σωτήριο έτος 1922, να παρακολουθούν σιωπηλά την τελευταία πράξη της τραγωδίας των χριστιανών της Τουρκίας, ήταν ίσως η πιο θλιβερή και πιο σημαντική απ’ όλες». Ο νομπελίστας Έρνεστ Χέμινγουέϊ, μόλις 20 χρονών διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής της «Toronto Star» και γράφει: «Το χειρότερο ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους νεκρά, ακόμα κι έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία».
            Στις 29 Αυγούστου (11 Σεπτεμβρίου ν.η.) ο Μουσταφά Κεμάλ μπαίνει στη Σμύρνη, επευφημούμενος σαν «γαζί» (κατακτητής). Ο εθνικός φανατισμός, οι ωμότητες και οι αγριότητες δυναμώνονται με την παρουσία του. Την ίδια μέρα παραδίδεται από τον Νουρεντίν πασά, στον μαινόμενο τουρκικό όχλο ο μητροπολίτης Σμύρνης, εθνομάρτυρας Χρύσανθος (Καλαφάτης), και θανατώθηκε κατακρεουργούμενος. Σε αντίθεση με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο, ο Αρμένιος Επίσκοπος Γεβόντ Τουριάν αναζήτησε άσυλο σε ένα καθολικό εκκλησιαστικό ίδρυμα και κρυφά έφυγε για τις ΗΠΑ, όπου και δολοφονήθηκε από συμπατριώτες του Αρμένιους, κατηγορούμενος για προδοσία.
            Οι φρικαλεότητες και οι πρωτόγονες ωμότητες των Τούρκων, οι βιασμοί και οι σφαγές, η φλεγόμενη πόλη, οι φωνές και το αίμα των Ελλήνων της Μ. Ασίας, έκαναν τον George Horton να γράψει: «Ένα από τα πιο βασανιστικά αισθήματά μου εκείνες τις μέρες ήταν της ντροπής. ντρεπόμουν που ανήκα στο ανθρώπινο γένος».
            Η Daily telegraph στις 3 Σεπτεμβρίου / 16 Σεπτεμβρίου 1922 γράφει χαρακτηριστικά: «Εκτός από την άθλια τουρκική συνοικία, η Σμύρνη έπαψε να υπάρχει […] το πρόβλημα των μειονοτήτων έχει λυθεί εκεί μια για πάντα […] Δεν μένει καμιά αμφιβολία για τα αίτια της πυρκαγιάς […] Τον δαυλό τον άναψαν στρατιώτες του τουρκικού στρατού».  
Στον απόηχο…
            Ο Βρετανός ιστορικός Giles Milton αναφέρει ότι η Σμύρνη ήταν μια «κοσμοπολίτικη ελληνική πόλη» και ότι η καταστροφή της «είναι από τις στιγμές που άλλαξαν τον ρουν της Ιστορίας της Ελλάδας, αλλά ήταν εξίσου σημαντική και για τη Δύση». Τονίζει επίσης ότι «στη Μικρά Ασία είχαμε μια γενοκτονία εθνικής εκκαθάρισης, τεράστιες μετακινήσεις πληθυσμού, ανάμειξη πολλών κυβερνήσεων». Ενώ ο Τούρκος δημοσιογράφος Akyoz παραλληλίζει την εξόντωση των Ελλήνων στη Σμύρνη τον Σεπτέμβριο του 1922 με την Γενοκτονία των Αρμενίων. (Ήταν παρόμοιας έμπνευσης με τις εξορίες των Αρμενίων του 1915, γράφει). Άλλωστε και ο Μουσταφά Κεμάλ ποτέ δε μίλησε δημόσια ενάντια στη Γενοκτονία…
            Οι κεμαλιστές όμως δεν σταμάτησαν στις σφαγές, στους βιασμούς, στις λεηλασίες και στην ικανοποίηση των ζωωδών ενστίκτων τους. «Αξιοποίησαν» τα υπολείμματα των θυμάτων τους (των ηρώων στρατιωτών, του άμαχου πληθυσμού) για να πλουτίσουν. Τον Δεκέμβριο του 1924 έγινε γνωστό ότι φορτώθηκαν από τα Μουδανιά 400 τόνοι ανθρώπινα λείψανα (που αντιστοιχούν σε 50.000 ανθρώπους) στο βρετανικό πλοίο – φορτηγό «Ζαν Μ.» για να μεταφερθούν στην Μασσαλία. Η εφημερίδα «New York Times» τον Δεκέμβριο του 1924 παρουσιάζει την είδηση: «Η Μασσαλία είναι σε αναταραχή από μια ασύλληπτη ιστορία που οφείλεται στην άφιξη στο λιμάνι ενός πλοίου που φέρει βρετανική σημαία και ονομάζεται «Ζαν Μ.» και μεταφέρει ένα μυστήριο φορτίο 400 τόνων ανθρώπινων οστών για να χρησιμοποιηθούν στις εκεί βιοτεχνίες. Λέγεται ότι τα οστά φορτώθηκαν στα Μουδανιά, στη θάλασσα του Μαρμαρά και είναι απομεινάρια από τις σφαγές στη Μικρά Ασία». Ο Αγγελομάτης στο βιβλίο του «Χρονικό Μεγάλης Τραγωδίας» γράφει: «Ήσαν τα οστά Ελλήνων ηρώων… Ήσαν τα οστά των Ελλήνων στρατιωτών που μετά τας ομαδικάς σφαγάς και εξοντώσεις αργοπέθαιναν εις τα στρατόπεδα αιχμαλώτων, από τα οποία το φοβερώτερον ήτο το στρατόπεδο του Ουσάκ».
            Οι Τούρκοι γιορτάζουν την 9η Σεπτεμβρίου (27 Αυγούστου π.η.) ως «Ημέρα απελευθέρωσης της Σμύρνης» (Kurtuluș Sanași). Όμως μεγάλες τουρκικές προσωπικότητες (διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι) χαρακτηρίζουν τα γεγονότα της Σμύρνης ως «όνειδος» και «μεγάλη ντροπή», αποστρεφόμενοι και καταδικάζοντας τον κεμαλικό εθνικισμό. Ο Talȃt Ulusoy έγραψε στην Εφημερίδα Taraf (9-9-2015) «Πρόκειται για μια επέτειο που καθιερώθηκε από τυφλωμένα μυαλά και γιορτάζει το κάψιμο μιας πόλης και τη μετατροπή της σε στάχτες […]».

Ποιος φταίει;
            Η ευθύνη για την καταστροφή της Σμύρνης και για την ερήμωση του -εκεί- Ελληνικού στοιχείου βαρύνει πολλούς. Ο γράφων, γόνος μικρασιατών γονιών (πατέρας από το Ναζλί και μητέρα από τη Σμύρνη), κράτησε τις περιγραφές και τον πόνο των ανθρώπων που εκδιώχτηκαν από τη Μικρά Ασία. Οι ίδιοι οι Μικρασιάτες βαρύνουν όχι μόνο τους Συμμάχους για την καταστροφή, αλλά και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο και τον Βενιζέλο για άστοχους χειρισμούς. Ο λοχαγός Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατολία ως παρατηρητής κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ελλήνων με τον Κεμάλ, αναφέρει: «Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν μαχητές πρώτης κατηγορίας. Οι αξιωματικοί τους ήταν άριστοι… Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει την Άγκυρα και να τελειώσουν τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί». Κατά τον Ερνστ Χέμινγουέϊ η προδοσία αυτή πήγασε και από τους συμμάχους, αλλά και από τον βασιλιά Κωνσταντίνο που αντικατέστησε τους έμπειρους – αλλά βενιζελικούς – αξιωματικούς, με δικούς του «που ποτέ δεν είχαν ακούσει τον κρότο της μάχης». Κατά την μικρασιάτισσα Φιλιώ Χαϊδεμένου, υπεύθυνος φαίνεται να ήταν ο Βενιζέλος. Σε συνέντευξή της αναφέρει: «[…] Το ποιος φταίει θα το πω με ένα στίχο από το ποίημα “Της Καταστροφής”: «Δε νίκησαν την Ελλάδα οι Τούρκοι. Δεν μπορούσαν. Μα δεν ήταν κι άνθρωποι. Την Ελλάδα νίκησαν, αδόξως, διχασμός, Λεβαντίνοι κι Ευρώπη». Και συνεχίζει: «Ο Βενιζέλος έκανε τη μεγαλύτερη καταστροφή. Μέσα στη φλόγα του πολέμου, έπρεπε να γίνουν εκλογές στην Ελλάδα;».
            Η νοσταλγία για τις «Χαμένες πατρίδες» υπήρξε σύντροφος και καημός για την πρώτη γενιά των προσφύγων. Πίστευαν -μάταια- πως θα επέστρεφαν στα χώματά τους. Όμως προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος προς το Ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας (1930), θυσιάστηκαν τα αισθήματα των ατόμων για τις σκοπιμότητες και τις ανάγκες της ευρύτερης εθνικής κοινωνίας. Θυσιάστηκαν για μια ακόμα φορά οι πρόσφυγες.
            Γλαφυρά με τον δικό του τρόπο ο επιφανής Τούρκος δημοσιογράφος Farik Rifki Atay (ο οποίος μάλιστα ανήκε στο στενό περιβάλλον του Μουσταφά Κεμάλ), γράφει για την Καταστροφή στο βιβλίο του “Cankaya”:
         «Η Σμύρνη καιγόταν και μαζί της η Ρωμιοσύνη της, οι άνθρωποι των πρώτων πολιτισμών, εκείνοι που έζησαν τον Μεσαίωνα με τους μουσουλμάνους, εκείνοι που ζούσαν στην πατρίδα τους και στα σπίτια τους με άνεση, εκείνοι που κρατούσαν το εμπόριο και τη γεωργία της Σμύρνης και όλης της Δυτικής Ανατολίας, και ολόκληρη την οικονομία της, εκείνοι που ζούσαν σε παλάτια, κονάκια και τσιφλίκια, τώρα, τον εικοστό δεύτερο χρόνο του εικοστού αιώνα, πεθαίνουν για ένα κομμάτι βάρκας να τους μεταφέρει μακριά για πάντα…».
Βιβλιογραφία:
  1. «Χαμένες Πατρίδες», Γιάννη Π. Καψή.
  2. «Μικρά Ασία. Ένας οδυνηρός μετασχηματισμός (1908-1923)» (προδημοσίευση στην Εφημερίδα «Καθημερινή» 27-9-15), Βλάση Αλτζίδη.
  3. «Η Μεγάλη προδοσία», Bierstadt Edward.
  4. «The Blight of Asia», Horton George.
  5. «Σμύρνη – Η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης 1900-1922», Ηλιού Μαρία και Κιτροέφ Αλέξανδρος.
  6. Διαδικτυακοί Ιστότοποι.

οπως καθε χρονο,μνημοσυνο για τις χαμενες πατριδες...

http://www.pontos-news.gr/sites/default/files/sitefiles_2017-08/smyrni_national-geographic-002.jpg

Η Σμύρνη καίγεται – Οι ορδές του Κεμάλ επιδίδονται σε επίδειξη βαρβαρότητας στην πρωτεύουσα της Ιωνίας
  • http://www.pontos-news.gr/sites/default/files/styles/article_main_full/public/article/2017-08/smyrna_2.jpg?itok=VE0zNUdw
Ήταν σαν σήμερα, 31 Αυγούστου 1922 (14 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο).  Η μικρασιατική τραγωδία φτάνει στο αποκορύφωμά της. Οι ορδές του Κεμάλ είχαν αποφασίσει να εξαφανίσουν καθετί ελληνικό από την πρωτεύουσα της Ιωνίας. Η Σμύρνη παραδίνεται στις φλόγες. Χιλιάδες Σμυρναίοι, κυρίως ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα καταφεύγουν στην προκυμαία της πρωτεύουσας του Μικρασιατικού Ελληνισμού, αναζητώντας σανίδα σωτηρίας και τρόπο διαφυγής.
Πίσω τους οι Τούρκοι στρατιώτες και οι απειλητικές φλόγες, μπροστά τους η θάλασσα. Καμιά βοήθεια από κανέναν, από πουθενά.
Ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, τον οποίο τοποθέτησε στη Σμύρνη ο Βενιζέλος, βριστόταν ήδη μακριά. Είχε διαφύγει στη Γαλλία, με αγγλικό πολεμικό πλοίο.
http://www.pontos-news.gr/sites/default/files/sitefiles_2017-08/02.09.1922_eleuthero_vima.jpg
Ο ρόλος του κορυφαίου της μικρασιατικής τραγωδίας είχε πέσει στους ώμους του σεβάσμιου αρχιερέα από την Τρίγλια της Βιθυνίας, ο οποίος είχε γίνει ήδη το πρώτο θύμα της τουρκικής βαρβαρότητας. Ο Χρυσόστομος Σμύρνης παρά το γεγονός ότι γνώριζε ποια θα ήταν η τύχη του αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του. Στον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Σμύρνης, που τον επισκέφθηκε και του εισηγήθηκε να τον φυγαδεύσει από την ιωνική πρωτεύουσα απάντησε με τούτα τα λόγια:
«Παράδοσις του ελληνικού κλήρου αλλά και υποχρέωσις του καλού ποιμένος είνε να παραμείνη μαζί με το ποίμνιόν του. Αδυνατώ να σας ακολουθήσω». Το τραγικό τέλος του, όπως και των ιεραρχών Γρηγορίου Κυδωνιών και Αμβρόσιου Μοσχονησίων άφησε ανεξίτηλο το ίχνος του στη ψυχή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Το πρωί εκείνης της αποφράδας για τον ελληνισμό μέρας ένα τμήμα 400 τσετών του Κιορ Πεχλιβάν εισήρθε από τη δυτική πλευρά της Σμύρνης και αμέσως μετά πεζικά τμήματα του τουρκικού στρατού υπό τον στρατηγό Νουρεντίν Μπέη εισέβαλαν στην πόλη και προέβησαν σε μαζικούς διωγμούς και φόνους Ελλήνων.

(Φωτ.: National Geographic)
Έβαζαν φωτιές, λεηλατούσαν, έσφαζαν, βίαζαν, και επιδίδονταν σε κάθε είδους φρικαλεότητα εις βάρος των χριστιανών Ελλήνων και Αρμενίων.
Η πρώτη φωτιά ξεκίνησε από την αρμενική συνοικία. Οι Αρμένιοι, όταν είδαν τους εξαγριωμένους τσέτες, έτρεξαν στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου για να σωθούν. Οι θύτες τους όμως, χωρίς οίκτο, ανατίναξαν το ναό κι έβαλαν φωτιές παντού.
Μετά οι επιδρομές επεκτάθηκαν στις ελληνικές γειτονιές, και οι μόνες που δεν πειράχτηκαν ήταν η εβραϊκή γειτονιά και η τουρκική. Αφού επί ένα τριήμερο λεηλάτησαν και κατέστρεψαν σπίτια και μαγαζιά, παρέδωσαν την πόλη στις φλόγες. Πολλοί κρύφτηκαν στα υπόγεια και τις καταπακτές για να σωθούν προσωρινά, αλλά η ασφυξία από τους καπνούς τούς ανάγκασαν να βγουν στους δρόμους, όταν οι φλόγες κύκλωσαν τα σπίτια τους.
Σε 1,5 εκατομμύριο ανέρχονται οι πρόσφυγες της μικρασιατικής γης που αναζήτησαν σωτηρία καταφεύγοντας στην Ελλάδα. Υποχρεώθηκαν με βάναυσο τρόπο να αποχωριστούν τη γη που την πότισαν με το αίμα και τον ιδρώτα τους. Αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν νεκρούς και ζωντανούς, σπίτια, περιουσίες και τα αποκαΐδια μιας ολόκληρης ζωής.