Δημοφιλείς αναρτήσεις

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

αφιερωματος συνεχεια...



το σπιτι του Σεφερη στα Βουρλα

Τι είδες, Μάρκο, στα Βουρλά;
Δυτικά παράλια. Γιατζηλάρι
(Μαρτυρία Μαρίας Μπιρμπίλη - αποσπάσματα)

Το Γιατζηλάρι (τουρκ. Yargcilar), χωριό 10 χλμ. ΝΔ των Βουρλών, είχε 1.000 κατοίκους, μόνο Έλληνες. Βρίσκεται στη χερσόνησο της Ερυθραίας.
Από τον Ιούνιο - Ιούλιο άρχισαν τα στρατεύματα κι υποχωρούσαν• αυτά τ' ακούαμε, δε διαβάζαμε εφημερίδα. Τον Αύγουστο που απλώναμε τη σταφίδα, μας λέγανε πως θα φύγουν οι Έλληνες• φέρνανε τα νέα από τα Βουρλά, δε βλέπαμε, όμως, τίποτα και δεν πιστεύαμε.
Μετά τις 15 Αυγούστου, πέρναε όλο το στρατό από το χωριό μας. Θυμάμαι έσφαζα κότες και τους μαγείρευα, φουρνίζαμε συνέχεια, δε τους προλαβαίναμε και βγάζαμε το ψωμί μισοψημένο• ήτανε πεινασμένο το στρατό.
Στις 25 Αυγούστου ακούαμε το κανόνι που έριχνε συνέχεια. Ανεβήκαμε στον τεπέ του χωριού και βλέπαμε τις λάμψεις πέρα στη Σμύρνη, στα Δυο Αδέλφια
Ο άντρας μου, σαν είδε πως χειροτερεύανε τα πράματα, μου λέει: «Να σας πάω στο Ντεμερτζιλί, να βρούμε καΐκι να φύγουμε».
Πάει, παίρνει τη μαμά μου, τις αδελφές μου και κάτι πράματα μ' ένα ζώο και πήγανε στη θάλασσα. Εμένα με το παιδί θα 'ρχότανε μετά να μας πάρει. Είχα τότε την κόρη μου μωρό, έξι μηνών.
Στο Ντεμερτζιλί που πήγανε, καθίσανε τρία μερόνυχτα. Πηγαίνανε καΐκια, κλέβανε κατσίκια, πρόβατα, αλλά ανθρώπους δεν παίρνανε. Την παραμονή τ' ʼη Γιαννιού του Νηστευτή γυρίσανε.

Ορφανά, θύματα των διωγμών των Νεότουρκων σε σχολική γιορτή του «Πατριωτικού Ιδρύματος» (Φωτογραφικό Αρχείο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών)
Εκείνη την ημέρα στο Κάτω Πηγάδι, στ' αμπέλι μας, σφάξανε ένα βόδι οι στρατιώτες και φέρανε τη συκωταριά να τους την ψήσω. Ένας αξιωματικός που ήτανε μαζί τους λέει στον άντρα μου: «Να πάρεις την οικογένειά σου και να φύγεις, θα σας κόψουνε σαν τα κατσίκια οι Τούρκοι».
T' απόγεμα, κατά τις δύο, γυρίσανε από το Βουρλά ο παπάς κι ο μουχτάρης και μας λένε: «Να φύγετε, οι Τούρκοι βάλανε στο Βουρλά σφαγή».
Όπως ήτανε ο καθένας τα μάζεψε κι έφυγε• μερικοί δεν προλάβανε. Πλακώσανε οι Τούρκοι απ' τα γύρω τουρκοχώρια, το Κουσουλάρ και το Σαλάπταλαρ κι έγινε μεγάλο κακό. Σφάξανε τη γυναίκα του μουχτάρη και τα πέντε της παιδιά• ο μουχτάρης γλύτωσε. Την κόρη του παπά την ατιμάσανε μπροστά στα μάτια του και μετά την πήρανε, δε μάθαμε τι έγινε. Την παπαδιά με τ' άλλα της παιδιά τους σκοτώσανε• ο παπάς γλύτωσε με δεκατέσσερις μαχαιριές.
Ένα θείο του αντρός μου τον σφάξανε κι εκείνον.
Ο Πλαστήρας είχε απέναντι στο βουνό το κανόνι. Είδανε από 'κεί τσι Τούρκοι κι αρχίσανε και ρίχνανε, γκρεμιστήκανε πολλά σπίτια.
Όταν φύγαμε, οι περισσότεροι χωριανοί πήγανε στον Κόρακα*, από 'κεί κάνανε σινιάλο με τσι φωτιές και πήγανε καΐκια στη Βρωμολιμιώνα και τσι πήρανε. Εμείς, επειδής από κείνο το μέρος δεν είχε νερό, φοβηθήκαμε να πάμε• πήγαμε στο Γκιούλμπαξε. Μείναμε μια βραδιά. Όλη τη νύχτα ακούαμε το κανόνι και το κακό που έπεφτε. Εκεί ήρθε κι ένας από το Βουρλά.
- Τι είδες, Μάρκο, στα Βουρλά;
- Τι να δω, φωτιά και μαχαίρι.
Το πρωί παίρνομε το δρόμο για τ' Αλάτσατα Εγώ είχα την κόρη κρεμασμένη στην πλάτη κι ένα μποξά στο χέρι• η συχωρεμένη η μαμά μου κουβάλαε μια στάμνα νερό για τα παιδιά.
Το βράδυ μείνανε στ' Αλάτσατα, σ' ένα συγγενή μας. Όλη νύχτα κι εκεί το κανόνι δε σταμάτησε. Το πρωί περνούσανε στρατιώτες, μας είπανε πως οι Τούρκοι φθάσανε στο Πυργί. Τα μαζέψαμε κι από τ' Αλάτσατα και πήγαμε στα Λίτζια, στου Βίτελ τα λουτρά• εκεί είχε καΐκια πολλά.
Ένα μήνα μείναμε. Ούτε παράθυρο ούτε πόρτα είδαμε ανοιχτή
Μπήκαμε σ' ένα καΐκι μαζί και λίγοι χωριανοί και βγήκαμε στη Χίο. Στην αρχή μείναμε στο λιμάνι. Χάμω στα χώματα κοιμόμαστε.
Μια μέρα ο άντρας μου μού λέει: «Μαρία, να σηκωθούμε να φύγουμε, βλέπω τους αξιωματικούς χωρίς εξαρτήσεις, φοβάμαι μη γίνει κανένα κίνημα».
Νύχτα μάς εσήκωσε. Παίρνομε πάλι τα έχοντά μας στον ώμο και τραβούμε νότια και πάμε σ' ένα περιβόλι. Ο νοικοκύρης μάς διώχνει, φοβήθηκε μη φάμε τα μανταρίνια. Πάμε σ' έναν ελιώνα. Μας διώχνουν κι από 'κεί. Εμείς δε φύγαμε. «Κερατά», του λέει ο άντρας μου, «εμείς είμαστε διωγμένοι, πού θες να πάμε;». Κάναμε σπιτάκια με τσι πέτρες, σαν τα παιδιά και κάτσαμε. Πιάνει ένα απόγεμα βροχή, δεν είχαμε πώς να προφυλαχτούμε. Πήγαμε σ' ένα σπίτι, κάτω από τα σκαλοπάτια. Το πρωί ανοίγει ο νοικοκύρης την πόρτα, μας βλέπει, την ξανακλείνει. Σε λιγάκι ξαναβγαίνει, κρατούσε τρεις φέτες ψωμί και τυρί για τα παιδιά. «Εμείς», του είπαμε, «ήρθαμε για να προφυλαχτούμε, δεν ήρθαμε για ελεημοσύνη».
Ένα μήνα μείναμε στη Χίο, ούτε παράθυρο ούτε πόρτα χιώτικη είδαμε ανοιχτή.
Μετά σπάσαμε μιαν αποθήκη και πήγαμε και καθίσαμε. Από 'κεί δα ξεκινήσαμε και φύγαμε. Πρώτη του Σεπτέμβρη πήγαμε στη Χίο, δύο του Οκτώβρη ήμαστε στην Κρήτη, στα Χανιά. Εκεί ήρθε ένας και μας πήρε να μαζέψομε ελιές στην Παλιοχώρα. Ένα μερόνυχτο και μια μέρα κάναμε για να φθάσομε. Ανάμεσα στα βουνά και στα λαγκάδια πορπατούσαμε.
Σαν φτάσαμε στο χωριό, ήθελε να μας βάλει σ' ένα κουμάσι να κοιμηθούμε. «Εγώ» του λέω «δε μπαίνω μέσα, άμα ήθελα να μείνω αιχμάλωτη έμενα και στη Μικρασία». Ήρθε μετά ο πρόεδρος της κοινότητας και μας έβαλε σ' ένα κελί. Μαζεύτηκε ο κόσμος και μας κοίταζε περίεργα, σα να είμαστε άλλη φυλή.
- Ξέρετε ελληνικά; μας ρωτούσανε• είχατε εκκλησίες στον τόπο σας;
Μετά από ένα χρόνο σηκωθήκαμε και φύγαμε, πήγαμε στα Χανιά. Εγκατασταθήκαμε σ' ένα μετόχι τούρκικο. Ένας Τούρκος το είχε άλλοτε αυτό και το μοιράσανε σε εξήντα οικογένειες, σκέψου τι πήραμε!
Το '50 φύγανε τα δυο παιδιά μου από την Κρήτη κι ήρθανε στην Αθήνα• σιγά-σιγά μαζευτήκαμε όλοι εδώ.
* Βουνό

Δεν υπάρχουν σχόλια: